- 1.
Ποια είναι η
γνώμη σας για τη χορτοφαγία; Θα συνιστούσατε σε κάποιον να γίνει χορτοφάγος;
Καταρχάς, η χορτοφαγία είναι κάτι πολυδιάστατο καθότι υπάρχουν πολλά είδη
χορτοφαγικής διατροφής. Υπάρχουν: οι χορτοφάγοι που δεν καταναλώνουν οτιδήποτε
ζωικής προέλευσης, οι χορτοφάγοι που καταναλώνουν αυγά και γαλακτοκομικά
προϊόντα, όπως επίσης και οι χορτοφάγοι που καταναλώνουν ψάρια και θαλασσινά.
Γίνεται κατανοητό λοιπόν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους. Στο σημείο
αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στη χορτοφαγική διατροφή αυτό που μας αφορά
περισσότερο είναι η πρόσληψη πρωτεΐνης. Πηγές πρωτεΐνης είναι το κόκκινο κρέας,
το συκώτι, τα πουλερικά, τα ψάρια, τα θαλασσινά, τα αυγά, τα γαλακτοκομικά
προϊόντα (και κυρίως το τυρί), όπως επίσης και τα όσπρια, τα δημητριακά, οι
ξηροί καρποί, η σόγια κλπ. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι όσο πιο αυστηρή είναι
μια χορτοφαγική διατροφή, ως προς τις διαιτητικές πηγές ζωικής πρωτεΐνης, τόσο
πιο προσεκτικά σχεδιασμένη πρέπει να είναι.
Η χορτοφαγική διατροφή μπορεί να καλύψει της ημερήσιες πρωτεϊνικές
απαιτήσεις. Αυτό βέβαια προϋποθέτει γνώσεις ως προς τους διατροφικούς
συνδυασμούς που συστήνεται να χρησιμοποιούνται. Άρα λοιπόν, όταν κάποιος
αποφασίσει να ακολουθήσει το δρόμο της χορτοφαγίας δε θα πρέπει να
αποθαρρύνεται αλλά να ενημερώνεται. Πολλοί επιλέγουν αυτή τη διατροφή είτε λόγω
φιλοζωικής συνείδησης είτε επειδή θεωρούν πως το κρέας κρύβει τοξίνες. Αυτό δεν
είναι και πολύ ανακριβές, γιατί όπως και στον άνθρωπο, έτσι και στα ζώα ισχύει
το εξής ρητό: «Είμαστε ότι τρώμε». Πρέπει όμως να έχει κανείς κατά νου, ότι και
τα φρούτα και τα λαχανικά μπορεί να είναι επικύνδυνα λόγο φυτοφαρμάκων και
επιμολυσμένου εδάφους που μπορεί να έχουν καλλιεργηθεί.
Συμπερασματικά λοιπόν, κάποιος που σκέφτεται να γίνει χορτοφάγος πρέπει να
σκεφτεί τα παραπάνω και αν το επιθυμεί, από τη σκοπιά της κάλυψης πρόσληψης
θρεπτικών συστατικών, υπάρχουν λύσεις.
- 2.
Θεωρείτε πως
υπάρχουν τρόποι να αντικαταστήσει κάποιος το κρέας;
Οι πρωτεΐνες αποτελούν δομικό συστατικών
των κυττάρων και της μυϊκής μας μάζας. Η κυριότερη πηγή πρωτεΐνης είναι βεβαίως
το κρέας. Γιατί όμως να είναι κρέας; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι πολύ
απλή. Το κρέας και γενικά οι ζωικές πηγές πρωτεΐνης ονομάζονται αλλιώς
«πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας» και οι φυτικές πρωτεϊνικές πηγές «χαμηλής
βιολογικής αξίας». Οι ζωικές περιέχουν στο σύνολό τους όλα τα απαραίτητα
αμινοξέα, που είναι 7, ενώ οι φυτικές δεν τα περιέχουν. Ονομάζονται απαραίτητα
αμινοξέα γιατί δεν μπορεί να τα συνθέσει ο ανθρώπινος οργανισμός και άρα
επιβάλετε να τα προσλάβει με την τροφή.
Η επιστήμη της Διατροφής και της Διαιτολογίας όμως δίνει τη λύση σε αυτό το
δίλλημα. Το κλειδί ονομάζεται «συμπληρωματικές πρωτεΐνες». Συνδυάζουμε πηγές
χαμηλής βιολογικής αξίας με τελικό αποτέλεσμα να λαμβάνουμε όλα τα απαραίτητα
αμινοξέα, πλησιάζοντας την «πρότυπη πρωτεΐνη» (την αλβουμίνη= αυγό). Τέτοιοι
συνδυασμοί μπορεί να είναι: φασόλια με σιτάρι (ή ψωμί) ή με ρύζι, φακές με ρύζι
(το όχι και τόσο γνωστό, φακόρυζο), γενικά όσπρια με δημητριακά, αρακάς με
καλαμπόκι (ίσως σε κάποιο ριζότο), ψωμί με ταχίνι (εξαιρετική επιλογή για
πρωινό). Τέλος για τους χορτοφάγους που καταναλώνουν γαλακτοκομικά: γάλα με
δημητριακά, ρυζόγαλο, γιαούρτι με βρώμη κτλ.
Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι το κρέας δεν είναι αναντικατάστατο και ότι
μπορεί κανείς με σχετικά απλούς διατροφικούς συνδυασμούς να πετύχει την πλήρη
κάλυψη των πρωτεϊνικών του αναγκών.
- 3.
Κατά τη γνώμη
σας, είναι δύσκολο για κάποιον να γίνει χορτοφάγος; Τι είναι εκείνο που
αποτρέπει από μία τέτοια απόφαση;
Η λήψη της απόφασης να
ακολουθήσει κανείς χορτοφαγική διατροφή είναι μια απόφαση που προϋποθέτει
σκέψη. Τα περισσότερα φαγητά περιέχουν ζωικής προέλευσης τρόφιμα. Έτσι λοιπόν ο
χορτοφάγος έχει μειωμένες διατροφικές επιλογές συγκριτικά με κάποιον που
ακολουθεί τη συμβατική διατροφή. Όταν όμως υπάρχει θέληση μπορούμε να
καταφέρουμε τα πάντα. Γεγονός όμως είναι το ότι το κρέας και γενικά τα φαγητά
με κρέας θεωρούνται πιο εύγευστα από τα άλλα. Μπορεί λοιπόν κανείς να υποθέσει
ότι με το να γίνει χορτοφάγος «παραιτείται» από τα γευστικά τρόφιμα. Το εμπόδιο
της γεύσης όμως μπορεί να καταπολεμηθεί με διάφορα φυσικά βότανα που προσδίδουν
άρωμα και γεύση στο φαγητό, κάνοντάς το πιο νόστιμο.
Αποτρεπτικοί παράγοντες
για την υιοθέτηση χορτοφαγικής διατροφής μπορεί να είναι το οικογενειακό ή το φιλικό
περιβάλλον, κάποια ήθη- έθιμα και παραδόσεις αλλά και ο παράγοντας γεύσης που
περιγράφηκε παραπάνω. Η οικογένεια για παράδειγμα διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο
στις διατροφικές συνήθειες και επιλογές. Ας αναρωτηθούμε το πόσο δύσκολο θα
είναι για μια μητέρα να αποφασίσει να γίνει χορτοφάγος ενώ ο σύζυγος και τα
παιδιά της επιθυμούν να καταναλώνουν κρέας!
- 4.
Πιστεύετε πως
η Θεσσαλονίκη προσφέρει αρκετές επιλογές σε έναν χορτοφάγο;
Η Θεσσαλονίκη είναι μια
μεγάλη Ευρωπαϊκή πόλη με πλήθος εστιατορίων που καλύπτουν μια μεγάλη γκάμα
διατροφικών συνηθειών. Είναι γεγονός όμως το ότι οι επιλογές για κάποιον που
τρώει τα πάντα είναι πολύ περισσότερες. Αν ψάξει όμως κανείς, μπορεί να βρει
μέρη με πολύ γευστικό φαγητό κατάλληλο για χορτοφάγους.
- 5.
Ποια
πιστεύετε πως είναι τα πιο συνηθισμένα στερεότυπα για τους χορτοφάγους;
Είναι σύνηθες οι
χορτοφάγοι να περιμένει κανείς να έχουν όψη χλωμή ή κουρασμένη. Αυτού του
είδους του στερεότυπου έχει εδραιωθεί καθότι πολλοί από τους χορτοφάγους μπορεί
να έχουν χαμηλή πρόσληψη σιδήρου με αποτέλεσμα ωχρή επιδερμίδα. Οι σωστοί
διατροφικοί συνδυασμοί όμως μπορούν να συντελέσουν στην αναστροφή αυτής της
εικόνας.
Επιπλέον θεωρείται από
πολλούς παράδοξο που κάποιοι ενώ είναι χορτοφάγοι συνεχίζουν να χρησιμοποιούν
δερμάτινα ή γούνινα είδη ένδυσης και υπόδησης κτλ, ενώ μπορεί να δηλώνουν ότι
λυπούνται τα ζώα και γι’ αυτό έγιναν χορτοφάγοι.
Επίσης υπάρχουν πολύ που
δεν αντιλαμβάνονται την ευαισθησία των χορτοφάγων που άπτονται στο επίπεδο της
φιλοζωίας. Τέτοιες πεποιθήσεις των χορτοφάγων είναι: «δεν επιθυμώ να φάω αυγά
και γάλα γιατί τα στερώ από τα μικρά ζώα, ή δεν θέλω να φάω προϊόντα από
ζελατίνη γιατί είναι ζωικό υποπροϊόν».
- 6.
Ισχύει η φήμη
πως η χορτοφαγία συμβάλλει στη μακροζωία;
Οι χορτοφάγοι
καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες βιταμινών (κυρίως C), αντιοξειδωτικών και ιχνοστοιχείων. Έχουν επίσης
βελτιωμένο λιπιδαιμικό προφίλ με χαμηλή ολική χοληστερόλη, υψηλή καλή
χοληστερόλη (HDL) όπως επίσης και μειωμένα επίπεδα τριακυλογλυκερολών (τριγλυκερίδια). Ο
λόγος είναι η μειωμένη πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών οξέων αλλά και διαιτητικής
χοληστερόλης. Ο κίνδυνος επίσης για εμφάνιση καρδιαγγειακών νοσημάτων είναι
σημαντικά μειωμένος στον πληθυσμό των χορτοφάγων. Επίσης από επιδημιολογικές
μελέτες έχει καταδειχτεί ότι οι χορτοφάγοι τείνουν να έχουν φυσιολογικό Δείκτη
Μάζας Σώματος και μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης Μεταβολικών Νοσημάτων.
Ιδιαίτερη προσοχή όμως θα
πρέπει να δίνεται από τους χορτοφάγους στην κατανάλωση ασβεστίου, καθότι οι
κυριότερες πηγές είναι τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Καλές φυτικές πηγές ασβεστίου
αποτελούν τα αμύγδαλα, τα δημητριακά (το ψωμί), το μπρόκολο, το τόφου και
προϊόντα από σουσάμι, όπως το ταχίνι.
Σημαντικό επίσης να
αναφερθεί είναι το θέμα που προκύπτει όσον αφορά στο Σίδηρο. Ο «αιμικός»
σίδηρος δηλαδή αυτός του κρέατος, απορροφάται πολύ πιο εύκολα από τον οργανισμό
σε σχέση με τον «μη αιμικό». Εδώ πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι
διατροφικοί συνδυασμοί όπως για παράδειγμα:
όσπρια με ξύδι λεμόνι ή χυμό πορτοκάλι
και όχι με τυρί, όπως επίσης δε συστήνεται η κατανάλωση καφέ ή τσαγιού πολύ
κοντά ή ταυτόχρονα με το γεύμα.
Άλλες διατροφικές
ελλείψεις που μπορεί να παρατηρηθούν μπορεί να είναι στο φυλλικό οξύ αλλά και
σε βιταμίνες του συμπλέγματος Β και κυρίως της B12. Ειδικότερα για τη B12 μπορεί να είναι απαραίτητο σε κάποιες περιπτώσεις
η χορήγηση συμπληρωμάτων στους αυστηρά χορτοφάγους καθότι δεν υπάρχει εύκολα σε
φυτικές τροφές
Τα οφέλη της χορτοφαγικής
διατροφής είναι πολλά και ίσως όντως να συμβάλλει στη μακροζωία μειώνοντας τον
κίνδυνο για εμφάνιση σοβαρών παθήσεων. Δεν πρέπει όμως να παραβλέψουμε τις
αρνητικές επιπτώσεις από τις πιθανές διατροφικές ελλείψεις σε θρεπτικά
συστατικά που μπορεί να προκληθούν.
- 7.
Υπάρχουν
πολλοί χορτοφάγοι στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Θεσσαλονίκη;
Είναι αλήθεια ότι υπάρχει
αυξητική τάση ως προς την υιοθέτηση χορτοφαγικών διατροφικών συνηθειών σε διεθνές
επίπεδο. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ασχολούνται με τη διατροφή. Επιπλέον
είναι πλέον γνωστές οι επιδράσεις της τροφής στην υγεία του ανθρώπου από πλήθος
κλινικών μελετών που σχεδιάζονται κάθε τόσο καταδεικνύοντας την ανάγκη
υιοθέτησης υγιεινών διατροφικών προτύπων.
Συγκεκριμένα όμως για την
Ελλάδα και την περιοχή της Θεσσαλονίκης δεν έχουν γίνει μελέτες επικεντρωμένες
στους χορτοφάγους και στο γενικό πληθυσμό, άρα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το
ποσοστό των χορτοφάγων.
- 8.
Ποια είναι η
διαφορά μεταξύ Ελλάδας και άλλων χορών στο πως αντιλαμβάνονται τη χορτοφαγία;
Στο εξωτερικό είναι
περισσότερο σύνηθες να ακούμε για χορτοφάγους απ’ ότι στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι
σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες είναι πιο ευαισθητοποιημένοι σε θέματα διατροφής
και άρα μπορούν να αντιληφθούν με καλύτερο τρόπο την έννοια της χορτοφαγίας.
Οι Έλληνες σαν λαός
χαρακτηρίζονται από εξωστρέφεια, κοινωνικότητα και έντονες κοινωνικές
συναναστροφές. Είμαστε άνθρωποι που έχουμε την τύχη να απολαμβάνουμε σχεδόν όλο
το χρόνο καλό καιρό και έτσι να έχουμε πιο έντονη διάθεση να βγούμε έξω και
όπως είπαμε και παραπάνω να κοινωνικοποιηθούμε. Το θέμα όμως είναι ότι έχουμε
συνδυάσει τις κοινωνικές συναναστροφές με την κατανάλωση φαγητού. Στα τραπέζια
των περισσότερων Ελλήνων κυριαρχεί το ψητό κρέας όπως και στα κυριότερα
παραδοσιακά πιάτα (βλέπε παστίτσιο, μουσακά, παπουτσάκια κτλ) που επιλέγουν οι
περισσότεροι στο «καλό» Κυριακάτικο τραπέζι. Μπορείτε αλήθεια να φανταστείτε
την αντίδραση των συγγενών σε μια κοινωνική συνεύρεση, όπως για παράδειγμα
ονομαστική εορτή, με κύριο πιάτο μια νόστιμη χορτόσουπα;
Όπως γίνεται λοιπόν
κατανοητό, είναι δύσκολο για τον Έλληνα να αποδεχτεί αυτή την ιδιάζουσα γι’
αυτόν διατροφική επιλογή που απέχει από τις παραδόσεις (π.χ Πασχαλινό τραπέζι),
τα ήθη του, τα έθιμα του αλλά και από
τις γενικές του διατροφικές συνήθειες και πεποιθήσεις. Τέλος για να μην ξεχνάμε
και την Ιστορία μας και το «κατοχικό σύνδρομο», είναι κάπως δύσκολο όταν
κάποιος συνεχώς άκουγε τη φράση από τη γιαγιά του «φάε λίγο κρέας να σε
πιάσει», να σκεφτεί τη χορτοφαγία, πόσο μάλλον να γίνει ο ίδιος χορτοφάγος.